

Η κύστη κόκκυγος ή τριχοφωλεακό συρίγγιο είναι μια χρόνια φλεγμονή του δέρματος και του υποδόριου ιστού που δημιουργείται στη μεσογλουτιαία περιοχή. Η πάθηση προκύπτει όταν τρίχες εισφρύουν και εγκλωβίζονται κάτω από το δέρμα.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να σχηματίζεται μια κύστη γεμάτη σμήγμα, νεκρά κύτταρα και τρίχες, η οποία σταδιακά οδηγεί σε μόλυνση, συρίγγια ή επώδυνο απόστημα.
Τα αίτια της είναι επίκτητα και οφείλονται συνήθως σε παρατεταμένη καθιστική ζωή, τριβή από στενά ρούχα, πολύωρη ορθοστασία, παχυσαρκία ή πυκνή τριχοφυΐα.
Επηρεάζει και τα δυο φύλα, με την πάθηση να πλήττει περισσότερο τους άνδρες από ότι τις γυναίκες. Συμβαίνει συχνότερα στις ηλικίες μεταξύ της εφηβείας και των 40 ετών.
Τα συμπτώματα της κύστης κόκκυγος διαφέρουν ανάλογα με την εξέλιξη της νόσου, η οποία εξελίσσεται προοδευτικά από μια απλή, ασυμπτωματική κύστη, σε οξύ απόστημα και τελικά σε χρόνιο συρίγγιο.

Η κύστη είναι ακόμα ένας μικρός, μη μολυσμένος υποδόριος σάκος στη μεσογλουτιαία σχισμή και συνήθως περνά απαρατήρητη.
Όταν βακτήρια του δέρματος μολύνουν το περιεχόμενο της κύστης, σχηματίζεται απόστημα με πύο και έντονη φλεγμονή. Η νόσος εισέρχεται τότε στο πιο επώδυνο στάδιό της.
Σε πολλές περιπτώσεις, το απόστημα σπάει από μόνο του και εκλύει υγρά με έντονη δυσοσμία, ενίοτε αναμεμιγμένα με αίμα.
Χωρίς ριζική αντιμετώπιση ή όταν η φλεγμονή είναι υποτροπιάζουσα, η νόσος γίνεται χρόνια. Σχηματίζονται συρίγγια, τα οποία αποτελούν στενά κανάλια που διακλαδώνονται σε μορφή ενός τούνελ κάτω από το δέρμα. Ξεκινούν από μια κοινή, μολυσμένη κοιλότητα στο βάθος, όπου συνήθως υπάρχουν τρίχες και καταλήγουν σε μία ή περισσότερες μικρές οπές στην επιφάνεια, από όπου παροχετεύεται προς τα έξω το υγρό της χρόνιας φλεγμονής.
Η διάγνωση γίνεται από τον γιατρό με παρατήρηση και ψηλάφηση της περιοχής από τον γιατρό για να αξιολογήσει τη βλάβη. Η ανεύρεση χαρακτηριστικών μικρών οπών ακριβώς στη μέση γραμμή της μεσογλουτιαίας σχισμής, από τις οποίες προεξέχουν τρίχες, αποτελεί το πλέον αξιόπιστο κριτήριο που αρκεί από μόνο του για να επιβεβαιωθεί η πάθηση.
Ελέγχει επίσης το ιατρικό ιστορικό και ελέγχει για διαφορική διάγνωση, μήπως πρόκειται για κάτι άλλο που μοιάζει εξωτερικά, όπως περιεδρικό συρίγγιο που συνδέεται με τον πρωκτό, ιδρωταδενίτιδα ή απλή κοκκυγοδυνία, δηλαδή πόνο στον κόκκυγα χωρίς μόλυνση ή κύστη, συνήθως από παλιό τραυματισμό.
Σε πιο σύνθετες ή υποτροπιάζουσες περιπτώσεις ή όταν υπάρχει υποψία ότι το συρίγγιο φτάνει κοντά στον πρωκτικό σφιγκτήρα, θα ζητηθεί υπερηχογράφημα ή μαγνητική τομογραφία (MRI), για να διαπιστωθεί η έκταση της βλάβης πριν την επέμβαση.
Η διάνοιξη και παροχέτευση είναι σύντομη επέμβαση στο ιατρείο, που προηγείται της χειρουργικής επέμβασης όταν υπάρχει ενεργό, επώδυνο απόστημα. Αντιμετωπίζει το απόστημα και όχι την ίδια την κύστη.
Ο χειρουργός κάνει μια μικρή τομή στην περιοχή και αδειάζει το πύο, για άμεση ανακούφιση από τον πόνο και αντιμετώπιση της φλεγμονής. Η πληγή μένει ανοιχτή, χωρίς ράμματα και στο εσωτερικό της τοποθετείται ειδικό επίθεμα με κορδόνι, που γεμίζει την κοιλότητα και εμποδίζει το δέρμα να κλείσει πρόωρα, το οποίο αφαιρείται από τον ασθενή μετά από δυο ημέρες.
Η πληγή μένει ανοιχτή, χωρίς ράμματα και στο εσωτερικό της τοποθετείται ειδικό επίθεμα, το οποίο αφαιρείται συνήθως μετά από 24 έως 48 ώρες, εμποδίζοντας το δέρμα να κλείσει πρόωρα.
Μόλις υποχωρήσει η οξεία φλεγμονή, συνήθως μέσα σε λίγες εβδομάδες, προγραμματίζεται οριστική αφαίρεση της κύστης. Αν ο ασθενής αναβάλει την οριστική χειρουργική αντιμετώπιση και οι παροχετεύσεις επαναλαμβάνονται, η νόσος μετατρέπεται σταδιακά σε χρόνια.
Δείτε παρακάτω αναλυτικά πώς εφαρμόζεται η κάθε τεχνική, ποιος είναι ο χρόνος ανάρρωσης και τα ποσοστά επιτυχίας της.
Η χειρουργική αφαίρεση στοχεύει στην οριστική εξάλειψη της νόσου, δηλαδή του τοιχώματος, των συριγγίων και των τριχών στο εσωτερικό τους.
Ο χειρουργός αφαιρεί με νυστέρι τον πάσχοντα ιστό σε σχήμα έλλειψης, μέχρι την περιτονία του ιερού οστού. Η πληγή μένει ανοικτή χωρίς ράμματα, να επουλωθεί μόνη της από μέσα προς τα έξω, ώστε να γεμίσει σταδιακά με νέο ιστό, μειώνοντας σημαντικά τον κίνδυνο λοιμώξεων, με αποτέλεσμα τη μείωση των υποτροπών σε ποσοστό 10-15%. Ωστόσο, η ανάρρωση είναι μια επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία που διαρκεί από τέσσερις έως και δέκα εβδομάδες. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, απαιτούνται καθημερινές και συχνά επώδυνες αλλαγές τραύματος, γεγονός που μειώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής και δυσκολεύει την επιστροφή στην καθημερινότητα.
Στην κλειστή μέθοδο, ο χειρουργός κλείνει το τραύμα με ράμματα και η επούλωση είναι πιο γρήγορη, διαρκώντας συνήθως 2-4 εβδομάδες. Ωστόσο, η τομή καταλήγει ακριβώς στη μεσογλουτιαία σχισμή, εκεί όπου η τριβή είναι μεγαλύτερη. Γι' αυτό υπάρχει υψηλό ρίσκο επιμόλυνσης και συλλογής υγρού, με αποτέλεσμα συχνά να ανοίγουν τα ράμματα. Εξαιτίας αυτών των παραγόντων, τα ποσοστά υποτροπής της νόσου σε διάστημα δεκαετίας υπερβαίνουν το 65%.
Η πλαστική με κρημνό είναι διεθνώς το “golden standard” της χειρουργικής αντιμετώπισης και φέρει το όνομα του πρωτοπόρου Έλληνα χειρουργού Γεωργίου Καρυδάκη, ο οποίος άλλαξε ριζικά τον τρόπο αντιμετώπισης της νόσου σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η μέθοδος εφαρμόζεται σε μεγάλες ή υποτροπιάζουσες κύστεις. Ο χειρουργός μετακινεί υγιές δέρμα και λίπος από τα πλαϊνά των γλουτών, δημιουργώντας τον λεγόμενο κρημνό. Με τον τρόπο αυτό καλύπτει το κενό που αφήνει η αφαίρεση της κύστης και η βαθιά σχισμή ανάμεσα στους γλουτούς γίνεται πιο επίπεδη. Επίσης η τελική ουλή μετατοπίζεται πλάγια, πάνω στον έναν γλουτό. Έτσι, το τραύμα κλείνει σε ένα ασφαλές σημείο με ελάχιστη τριβή, υγρασία και πίεση, γεγονός που μειώνει δραστικά τον κίνδυνο υποτροπής σε κάτω από 2-5%. Η επούλωση ολοκληρώνεται σε 2 έως 4 εβδομάδες, χωρίς την πολύμηνη ταλαιπωρία των παραδοσιακών μεθόδων.
Σήμερα εφαρμόζονται επίσης οι παραλλαγές της τεχνικής Καρυδάκη, όπως η Bascom που εστιάζει αποκλειστικά στην αφαίρεση δέρματος για μέγιστη ισοπέδωση της σχισμής, καθώς και η τεχνική Limberg που δημιουργεί έναν εκτεταμένο, ρομβοειδή κρημνό για τη διαχείριση σπάνιων και ιδιαίτερα πολύπλοκων περιστατικών, αλλά καταλείπει μια μεγάλη ουλή σε σχήμα Ζ, η οποία αλλάζει το σχήμα των γλουτών.
Το FiLaC και το SiLaC είναι δύο ονομασίες για την ίδια ακριβώς τεχνική με laser. Το FiLaC αναπτύχθηκε αρχικά για περιεδρικά συρίγγια, κοντά στον πρωκτό. Όταν η ίδια συσκευή χρησιμοποιήθηκε για την κύστη κόκκυγος, επικράτησε ο όρος SiLaC, αν και πολλοί χειρουργοί συνεχίζουν να χρησιμοποιούν την ονομασία FiLaC και για τις δύο περιπτώσεις.
Ο γιατρός εισάγει μια λεπτή ίνα laser μέσα στο συρίγγιο, υπό τοπική αναισθησία. Η ίνα εκπέμπει θερμική ενέργεια που καταστρέφει το εσωτερικό τοίχωμα του τούνελ, χωρίς να αφαιρεί γύρω υγιή ιστό. Το συρίγγιο καταρρέει και σφραγίζεται από μέσα. Σε ορισμένες περιπτώσεις η τεχνική συνδυάζεται με ενδοσκοπική καθοδήγηση για μεγαλύτερη ακρίβεια στον εντοπισμό των συριγγίων. Η επέμβαση διαρκεί συνήθως 20 έως 35 λεπτά και ο ασθενής επιστρέφει σπίτι του την ίδια μέρα.
Η επιστροφή σε φυσιολογικές δραστηριότητες είναι πολύ γρήγορη, συνήθως μέσα σε λίγες μέρες έως μία εβδομάδα.
Η πλήρης επούλωση της πληγής χρειάζεται περισσότερο χρόνο, από δύο έως έξι εβδομάδες. Τα ποσοστά υποτροπής είναι χαμηλά, με κλινική μελέτη να αναφέρει περίπου 3,8% σε παρακολούθηση ενός έτους.
Η τεχνική ακολουθεί την ίδια λογική με τη θεραπεία Laser, απλά χρησιμοποιεί ενέργεια ραδιοσυχνοτήτων (RF) αντί για φως laser για να καταστρέψει το εσωτερικό τοίχωμα του συριγγίου. Αναπτύχθηκε αρχικά για περιεδρικά συρίγγια και αιμορροΐδες και εφαρμόστηκε πιο πρόσφατα στην κύστη κόκκυγος.
Ο γιατρός ανοίγει τους κεντρικούς πόρους με εργαλείο βιοψίας (punch) και καθαρίζει την κοιλότητα με απόξεση. Στη συνέχεια εισάγει μια λεπτή ίνα ραδιοσυχνοτήτων και την αποσύρει σταδιακά, καυτηριάζοντας το τοίχωμα από μέσα, ενώ πιέζει ταυτόχρονα το δέρμα απ' έξω ώστε να κολλήσουν τα τοιχώματα της κοιλότητας. Σε αντίθεση με το Laser, η ίνα ραδιοσυχνοτήτων διατίθεται σε περισσότερες διαμέτρους, κάτι που βοηθάει σε πιο πλατιές ή βαθιές κοιλότητες.
Το βάθος διείσδυσης της ενέργειας περιορίζεται σε λίγα χιλιοστά, με χαμηλό κίνδυνο βλάβης στον γύρω υγιή ιστό. Είναι επέμβαση ημέρας, με γρήγορη επιστροφή σε καθημερινές δραστηριότητες μέσα σε λίγες μέρες.
Η ενδοσκοπική μέθοδος EPSiT αποτελεί μια σύγχρονη, ελάχιστα επεμβατική επιλογή με ξεχωριστά πλεονεκτήματα για τον ασθενή. Ο χειρουργός εισάγει το ενδοσκόπιο, ένα λεπτό εργαλείο με μικρο-κάμερα, από το φυσικό άνοιγμα του συριγγίου και χαρτογραφεί την κοιλότητα και τις διακλαδώσεις της σε οθόνη υψηλής ευκρίνειας. Αφαιρεί τις τρίχες και τον φλεγμονώδη ιστό με ειδικά εργαλεία και κλείνει το τοίχωμα από μέσα με laser ή ραδιοσυχνότητες. Η επέμβαση διαρκεί 15 έως 30 λεπτά και γίνεται συνήθως με τοπική αναισθησία.
Το μεγάλο πλεονέκτημα της μεθόδου είναι η απουσία ανοιχτού τραύματος και ο μετεγχειρητικός πόνος είναι ελάχιστος. Αυτό επιτρέπει στον ασθενή να επιστρέψει στο σπίτι του αυθημερόν και στις καθημερινές του δραστηριότητες μέσα σε μόλις 1 έως 3 ημέρες. Τα ποσοστά πλήρους επούλωσης είναι εντυπωσιακά, αγγίζοντας το 80% με 95%, Η υποτροπή κυμαίνεται από 5% έως 15%, χαμηλότερη σε απλές περιπτώσεις και υψηλότερη όταν υπάρχουν πολλαπλές διακλαδώσεις συριγγίων, ενώ αν χρειαστεί, η μέθοδος μπορεί να επαναληφθεί. Εφαρμόζεται άριστα σε απλές έως μέτριες κύστεις, αρκεί να μην υπάρχει οξύ απόστημα.
Η συριγγοτομή συνδυάζει την ασφάλεια με τη σύγχρονη τεχνολογία. Ο χειρουργός χαρτογραφεί την πορεία του συριγγίου με ειδικά λεπτά εργαλεία και το ανοίγει σε όλο του το μήκος.
Σε αντίθεση με το Laser όπου το συρίγγιο καυτηριάζεται αλλά παραμένει κλειστό, η οροφή του συριγγίου διανοίγεται πλήρως. Στη συνέχεια ο ιατρός καθαρίζει σχολαστικά το εσωτερικό του από τις τρίχες και τον φλεγμονώδη ιστό. Με τη βοήθεια της θερμικής ενέργειας του Laser ή ειδικών χειρουργικών εργαλείων υπερήχων, η βάση της βλάβης αποστειρώνεται και καυτηριάζεται με απόλυτη ακρίβεια, χωρίς να προκαλείται έγκαυμα στους γύρω υγιείς ιστούς.
Επειδή αφαιρείται μόνο το στενό κανάλι της κύστης και όχι μεγάλο μέρος υγιούς δέρματος, το χειρουργικό τραύμα είναι ελάχιστο. Η επέμβαση διαρκεί μόλις 10 έως 15 λεπτά και πραγματοποιείται με τοπική αναισθησία ή ελαφριά καταστολή. Ο ασθενής επιστρέφει στο σπίτι του μέσα σε 2 με 3 ώρες και είναι λειτουργικός και ενεργός ήδη από την πρώτη μέρα. Τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα τεκμηριώνουν ότι η τεχνική της πλήρους διάνοιξης με σύγχρονο καθαρισμό παρουσιάζει εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά υποτροπής, τα οποία αγγίζουν το 5%, σε επίπεδο πενταετίας.
Η φροντίδα διαφέρει ανάλογα με την τεχνική. Οι ασθενείς που χειρουργήθηκαν με ανοιχτή μέθοδο χρειάζονται καθημερινό πλύσιμο και αλλαγή γάζας, με αφαίρεση του παλιού κορδονιού και τοποθέτηση νέου. Σε ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές, όπως το Laser, ραδιοσυχνότητες, συριγγοτομή ή ενδοσκοπικά (EPSiT), αρκεί ένα απλό ντους και στέγνωμα.
Ο πόνος μετά από χειρουργική επέμβαση διαχειρίζεται με συνταγογραφούμενα παυσίπονα. Μετά από Laser ή ραδιοσυχνότητες, η ενόχληση είναι τόσο μικρή που συνήθως αρκεί ένα απλό παυσίπονο παρακεταμόλης τις πρώτες ώρες.
Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι να αποφεύγεται η παρατεταμένη καθιστική θέση και η βιαστική επιστροφή σε έντονη άθληση όσο υπάρχει ακόμα ανοιχτό τραύμα.
Για την αποτροπή δημιουργίας ή την πρόληψη φλεγμονής της κύστης κόκκυγος συστήνονται τα παρακάτω μέτρα:
Όπως μπορείτε και οι ίδιοι να διαπιστώσετε από τις κριτικές των ασθενών μας στα Google Maps, στο Proctology Center παρέχουμε υπηρεσίες με λογικό κόστος. Το κόστος των σύγχρονων θεραπειών είναι συγκρίσιμο με αυτό της συμβατικής χειρουργικής επέμβασης. Ως ιατροί και άνθρωποι οφείλουμε κάθε ασθενής να έχει πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας θεραπείες.
Οι σύγχρονες μη επεμβατικές τεχνικές εφαρμόζονται σχεδόν αποκλειστικά στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό συμβαίνει διότι το δημόσιο σύστημα υγείας προκρίνει τις κλασικές χειρουργικές θεραπείες.
Η κύστη κόκκυγος αντιμετωπίζεται από γενικό χειρουργό με εξειδίκευση πρωκτολόγου, τόσο όταν χρειάζεται χειρουργική επέμβαση, όσο και στην περίπτωση που εφαρμόζεται κάποια από τις σύγχρονες, ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές.
Ο Δρ. Αναστάσιος Παπαδόπουλος, MD, PhD είναι Γενικός Χειρουργός και Πρωκτολόγος στη Θεσσαλονίκη, Ιδρυτής του Proctology Center με εξειδίκευση στη Θεραπεία Ορθοπρωκτικών Παθήσεων και Διευθυντής της κλινικής Ορθοπρωκτικών Παθήσεων στη Γενική Κλινική Θεσσαλονίκης. Είναι Διδάκτορας Χειρουργικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και μετεκπαιδεύτηκε στη Μεγάλη Βρετανία, στο Broomfield Hospital του NHS.
Με 20 χρόνια κλινικής εμπειρίας έχει πραγματοποιήσει εκατοντάδες αποτελεσματικές επεμβάσεις με σύγχρονες χειρουργικές και μη επεμβατικές τεχνικές, όπως laser, RF και υπέρηχους, με εξατομικευμένη θεραπεία που επιλέγεται ανάλογα με την περίπτωση του ασθενούς.
Αν αναγνωρίζετε τα συμπτώματα της κύστης κόκκυγος που περιγράψαμε, το πρώτο βήμα είναι μια εξέταση. Κλείστε ραντεβού στο Proctology Center, Ι. Τσιμισκή 38, Θεσσαλονίκη (3ος όροφος) για αξιολόγηση και μάθετε αν η θεραπεία με λέιζερ είναι η κατάλληλη επιλογή για εσάς. Καλέστε μας στο 2310 220 646, 6977 658 009, ή στείλτε μήνυμα στο info@proctology-center.gr και θα επικοινωνήσουμε μαζί σας το συντομότερο δυνατόν.